ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΚΟΖΑΝΗΣ «ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ»

Εκπαιδευτικά Υλικά Πρόληψης

Το εγχειρίδιο - Δεξιότητες για παιδιά του Δημοτικού
Επικοινωνία στην Οικογένεια
Ο κήπος με τις 11 γάτες
Ο Πυξιδούλης και η Πυξιδούλα στο Νηπιαγωγείο
Παιχνίδια Παιδιών
Συζητήσεις Εφήβων
"Στηρίζομαι στα πόδια μου" - Εγχειρίδιο για τον Εκπαιδευτικό
Το σπίτι των παιδιών

Φωτογραφικό Αρχείο

Φωτογραφικό Αρχείο

      Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας η πρόληψη διακρίνεται σε τρία επίπεδα. α) την πρωτογενή β) τη δευτερογενή και γ) την τριτογενή πρόληψη. Ειδικότερα, η πρωτογενής πρόληψη αναφέρεται στις παρεμβάσεις πριν την εκδήλωση ενός προβλήματος ή φαινομένου και οι οποίες στοχεύουν στην διάσπαση του δικτύου των αιτιακών παραγόντων που περιβάλλουν το πρόβλημα με τον περιορισμό της επίδρασης ή την εξάλειψη ενός ή περισσοτέρων από αυτούς. Η δευτερογενής πρόληψη συνιστάται στην έγκαιρη διάγνωση ενός προβλήματος και στις προσπάθειες θεραπείας των συμπτωμάτων και αντιμετώπισης των αιτιών που συνδέονται με αυτό. Τέλος, η τριτογενής πρόληψη περιλαμβάνει όλες εκείνες τις ενέργειες που ακολουθούν τη θεραπεία και αποσκοπούν στην ομαλή επανένταξη των ατόμων με το συγκεκριμένο πρόβλημα και στην πρόληψη της υποτροπής. Το κέντρο πρόληψης δραστηριοποιείται στην πρωτογενή πρόληψη αν και τα όρια με την δευτερογενή είναι μερικές φορές δυσδιάκριτα.

      Κατά κοινή ομολογία, το πρόβλημα των εξαρτήσεων έχει εξελιχθεί σαν ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια εμφανίστηκαν νέες μορφές εξάρτησης όπως από το διαδίκτυο και ο τζόγος.

      Το πρόβλημα των εξαρτήσεων με τα σύγχρονα χαρακτηριστικά αν και ξεκινάει νωρίτερα, μαζικές διαστάσεις παίρνει την 10ετία του 80. Τότε δημιουργείται και η πρώτη θεραπευτική δομή, η ΙΘΑΚΗ ( 1983). Την ίδια περίοδο, γονείς, εκπαιδευτικοί και η τοπική αυτοδιοίκηση βλέποντας το πρόβλημα των εξαρτήσεων να εξαπλώνεται, νιώθουν την ανάγκη να κάνουν κάτι πριν την εμφάνιση του προβλήματος, στο τομέα δηλαδή της πρόληψης.

Η φιλοσοφία πάνω στην οποία στήριξαν τις προληπτικές παρεμβάσεις ήταν σχετικά απλοϊκή:

• τα ναρκωτικά, κάνουν κακό

• τα ναρκωτικά πλήττουν κυρίως τους νέους

• εάν πληροφορήσουμε σωστά τους νέους για τα ναρκωτικά, τότε αυτό είναι αρκετό να τους αποτρέψει από την χρήση.

      Ουσιαστικά, η άποψη που επικράτησε ήταν ότι το άτομο κάνει χρήση ουσιών, επειδή δεν γνωρίζει τις συνέπειες που ακολουθούν τη χρήση. Η υπόθεση ήταν πως, αν το άτομο ενημερωθεί για τους κινδύνους της χρήσης, θα αλλάξει η στάση του προς τις ουσίες και, συνακόλουθα, η συμπεριφορά του. Κάτω από αυτό το σκεπτικό, η πρόληψη ταυτίστηκε με την ενημέρωση και οι προληπτικές δράσεις περιορίστηκαν σε διαλέξεις. Η αναποτελεσματικότητα των δράσεων αυτών ανέδειξε ότι η παραπάνω φιλοσοφία ως προς την πρόληψη της χρήσης ήταν ελλιπής και υπεραπλουστευτική, δεδομένου ότι η συμπεριφορά κάποιου δεν είναι αποτέλεσμα μόνο λογικών αποφάσεων και των στάσεων του με βάση τις γνώσεις του αλλά καθορίζεται από πολλές παραμέτρους (προσωπικότητα, συγκεκριμένες συνθήκες, διαπροσωπικές επιδράσεις, ανάγκες και συναισθήματα). Πολλοί παράγοντες (ατομικοί, διαπροσωπικοί, περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί) και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές αλληλεπιδρούν, διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για τη χρήση / εξάρτηση και καθορίζουν την εξέλιξη της διαδρομής ενός ατόμου μέσα σ’ αυτήν.

      Η χρήση όπως και άλλες ριψοκίνδυνες και προβληματικές συμπεριφορές συνιστά σύμπτωμα δηλωτικό της δυσκολίας του ατόμου στο ψυχοκοινωνικό πεδίο και σε ένα γενικότερο επίπεδο σύμπτωμα της κρίσης βασικών θεσμών της κοινωνίας. Εάν η κοινωνία στο σύνολό της δεν βρίσκει τρόπους να υποστηρίζει τα άτομα που βρίσκονται σε δυσκολία κάποια από αυτά ίσως καταφύγουν στην παραβατική συμπεριφορά ή στην χρήση ουσιών. Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για εφήβους είναι αρκετά πιθανό να χρησιμοποιήσουν πολλαπλούς τρόπους περάσματος στην πράξη (acting-out) για να μετριάσουν την δυσκολία και τον πόνο και να απευθυνθούν προς τους ενήλικες οι οποίοι κάποιες φορές δεν είναι σε θέση να τον ακούσουν και να τους κατανοήσουν. Εξ’ άλλου δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι ενήλικες διαθέτουν πάντα τα μέσα για να αποκρυπτογραφήσουν τη δυστυχία των νέων.

      Η σύγχρονη κοινωνία έχει ανάγει σε πρωταρχικές αξίες τον εύκολο πλουτισμό, την ανταγωνιστικότητα, την επιτυχία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το έντονα ανταγωνιστικό, δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν μόνοι και αβοήθητοι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν την ζωή με αρνητικό τρόπο. Άλλωστε οι προσδοκίες που καλλιεργεί ο σύγχρονος πολιτισμός καθιστούν τον άνθρωπο ιδιαίτερα ευάλωτο και ανέτοιμο στη δυσκολία.

      Στον σύγχρονο τρόπο ζωής δεν έχουν θέση τα επώδυνα συναισθήματα, όπως η θλίψη, ο θυμός, το άγχος, η αίσθηση αδυναμίας, η αβεβαιότητα και οι δυσκολίες, οι συγκρούσεις και η αποτυχία. Τα μόνα που επιτρέπονται είναι η χαρά, η πρωτιά, η επιτυχία. Μάταια αναζητεί την ευτυχία και ικανοποίηση έξω απ’ αυτόν (την εργασία, άλλα πρόσωπα, αντικείμενα και συνήθειες) τη στιγμή που αυτή μπορεί να «βρεθεί» μέσα του και μέσα από τη σχέση του με τους άλλους. Ο σύγχρονος πολιτισμός βασίζεται και «γεννά» την εξάρτηση, γιατί έχει απομακρύνει τους ανθρώπους από τον εαυτό τους και από τους άλλους.

      Η σύγχρονη πολιτική της πρόληψης τοποθετεί στο επίκεντρο των δράσεων της, το άτομο, τις βασικές ομάδες στις οποίες ζει και αναπτύσσεται καθώς και την περιβάλλουσα κοινότητα και ευρύτερη κοινωνία της οποίας αποτελεί μέλος.

      Επιδιώκει μέσα από βιωματικές διαδικασίες και προγράμματα αγωγής υγείας να ενθαρρύνει την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων (όχι μόνο την πνευματική αλλά κυρίως την κοινωνικοσυναισθηματική ανάπτυξη) μεταδίδοντάς τους τις γνώσεις και εκπαιδεύοντάς τους σε δεξιότητες ζωτικής σημασίας για να εξελιχθούν σε υγιή, ευτυχισμένα άτομα. Υλοποιεί συνδυασμένες δράσεις σε πολλές διαφορετικές ομάδες (γονείς, εκπαιδευτικούς, επαγγελματίες υγείας, δημόσια πρόσωπα) με στόχο να στηρίξει κοινωνικούς θεσμούς και να ενδυναμώσει τους δεσμούς μεταξύ ατόμων, θεσμών και κοινωνίας.

      Το όραμα της σύγχρονης φιλοσοφίας της πρόληψης είναι να ανάγει ως πρωταρχική αξία τον άνθρωπο καλλιεργώντας μια στάση αυτογνωσίας και υπευθυνότητας καθένας ως προς τον εαυτό του και μια στάση αποδοχής και ενεργητικής ακρόασης των άλλων.

      Τα σημερινά προληπτικά προγράμματα στην προσπάθειά τους να ανταποκρίνονται στη σύγχρονη πραγματικότητα και να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αποτελεσματικά τροφοδοτούνται από την εμπειρία και από τα ευρήματα ερευνών στο χώρο της πρόληψης της χρήσης ουσιών. Σύμφωνα με αυτά υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες στη ζωή ενός παιδιού – νέου που αυξάνουν τις πιθανότητες αυτό να εμπλακεί σε επικίνδυνες και προβληματικές συμπεριφορές. Οι παράγοντες κινδύνου, όπως αυτοί ονομάζονται, αφορούν πολλούς διαφορετικούς τομείς. Η χρήση ουσιών σπάνια είναι αποτέλεσμα ενός μόνο αιτιολογικού παράγοντα. Αντίθετα υπάρχουν πολλοί παράγοντες κινδύνου (ή προστασίας) που επηρεάζουν την στάση ενός ανθρώπου απέναντι στις ουσίες. Πολλοί παράγοντες αλληλεπιδρούν δημιουργώντας ένα περίπλοκο κύκλο αλληλένδετων αιτίων και αποτελεσμάτων. Επιπλέον δεν είναι όλοι οι παράγοντες ίδιας βαρύτητας. Το πρόβλημα των εξαρτήσεων είναι κατά βάση κοινωνικό πρόβλημα, οπότε οι κοινωνικοί παράγοντες είναι περισσότερο σημαντικοί από άλλους.
Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχουν:

α) ατομικοί παράγοντες κινδύνου

• συναισθηματικά προβλήματα

• χαμηλή αυτοεκτίμηση

• ανεπαρκείς δεξιότητες ζωής όπως η επικοινωνία, η ευαλωτότητα στην πίεση συνομήλικων κλπ.

• πρώιμη αντικοινωνική συμπεριφορά (συχνά ψέματα, κλοπές, επιθετικότητα κλπ.)

• έλλειψη αυτοελέγχου και διεκδικητικότητας)

β) οικογενειακοί παράγοντες κινδύνου

• φυσική ή συναισθηματική απουσία του ενός ή και των δύο γονέων

• χαοτικό οικογενειακό περιβάλλον που προκύπτει από την βία στη οικογένεια, την κατάχρηση ουσιών από τους γονείς ή από κάποια ψυχική ασθένεια.

• έλλειψη προσοχής και ενασχόλησης με την συμπεριφορά του παιδιού

• ασυνεπές σύστημα πειθαρχίας (έλλειψη κανόνων ή έλλειψη συνέπειας στην εφαρμογή τους)

γ) σχολικοί παράγοντες κινδύνου

• έλλειψη δεσμών με το σχολείο

• ασαφείς η υπερβολικά ελαστικοί σχολικοί κανόνες

• σχολική αποτυχία

• απόρριψη από συμμαθητές

• διαθεσιμότητα ουσιών

δ) κοινοτικοί παράγοντες

• κοινωνικός αποκλεισμός

• φτώχεια

• έλλειψη ανοχής για κοινωνικές ομάδες με ιδιαιτερότητες

• καταναλωτικά πρότυπα

• συνθήκες κοινωνικής αποδιοργάνωσης

• έλλειψη τοπικών / κοινοτικών δεσμών

• εύκολη πρόσβαση στις ουσίες.

• έλλειψη υπηρεσιών που απευθύνονται στους νέους

      Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι οι τελευταίες εξελίξεις με την οικονομική κρίση στην χώρα προκαλούν ανησυχία γιατί είναι πολύ πιθανό να ενταθούν οι κοινωνικοί παράγοντες κινδύνου. Η ανάγκη για προγράμματα πρόληψης είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

      Από την άλλη πλευρά, φαίνεται να υπάρχουν και προστατευτικοί παράγοντες που μπορούν ν’ αντισταθμίσουν τις αρνητικές επιδράσεις των παραγόντων κινδύνου. Και αυτοί αφορούν όλους τους προαναφερόμενους τομείς. Έτσι, λειτουργούν προστατευτικά : α) σε ατομικό επίπεδο, οι αναπτυγμένες προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες, β) σε οικογενειακό επίπεδο, οι ισχυροί δεσμοί με την οικογένεια, η γονική υποστήριξη και ένα σταθερό σύστημα πειθαρχίας. γ) σε σχολικό επίπεδο, η ενδυνάμωση των δεσμών με το σχολείο, η ύπαρξη σαφών κανόνων και στάσεων σχετικά με αποκλίνουσες συμπεριφορές και η λειτουργία των εκπαιδευτικών ως βασικών προτύπων που θα ενσαρκώνουν στην καθημερινότητα τις θεσπισμένες αρχές και τον κώδικα δεοντολογίας, και δ) σε κοινοτιικό επίπεδο, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

      Τα προγράμματα πρόληψης θα πρέπει να υπακούουν στις βασικές αρχές της πρωτογενής πρόληψης προκειμένου να είναι αποτελεσματικά. Συγκεκριμένα τα προγράμματα πρόληψης:

1. Όσο αυτό είναι δυνατόν, να στοχεύουν να ενισχύσουν τους προστατευτικούς παράγοντες και να αποδυναμώσουν τους παράγοντες κινδύνου.

2. Θα πρέπει να σχεδιάζονται ώστε να στοχεύουν στους συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου που αφορούν τον πληθυσμό, ανάλογα, δηλαδή με την ηλικία, φύλο, εθνικότητα, για να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους.

3. Θα πρέπει να στοχεύουν σε όλες τις μορφές της χρήσης ουσιών, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό.

4. Θα πρέπει να στοχεύουν τον συγκεκριμένο τύπο προβλήματος χρήσης ουσιών που απασχολεί την κοινότητα και τους παράγοντες κινδύνου που είναι τροποποιήσιμοι. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ερευνηθεί ποιά είναι η φύση και η έκταση του προβλήματος της χρήσης ουσιών σε τοπικό επίπεδο, ποιές πληθυσμιακές ομάδες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, ποιές ερμηνείες μπορούν να δοθούν με βάση τις τοπικές ιδιαιτερότητες (γεωγραφικές, κοινωνικές, πολιτιστικές) και ποιά μέτρα θα μπορούσαν να παρθούν για να λυθεί.

5. Τα προληπτικά προγράμματα μπορούν να σχεδιασθούν έτσι ώστε να παρεμβαίνουν νωρίς (στην προσχολική ηλικία) για να αντιμετωπίσουν παράγοντες κινδύνου για τη χρήση ουσιών, όπως η επιθετική συμπεριφορά, οι φτωχές κοινωνικές δεξιότητες και οι σχολικές δυσκολίες. Αν πρώιμα προβλήματα συμπεριφοράς και ψυχοκοινωνικά ελλείμματα δεν αντιμετωπισθούν έγκαιρα, μπορεί, μελλοντικά, να εξελιχθούν σε περισσότερο σοβαρές και ριψοκίνδυνες συμπεριφορές, όπως π.χ. εγκληματικότητα, χρήση ουσιών και άλλες.

6. Ερευνητικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι στα μεταβατικά στάδια η επίδραση των παραγόντων κινδύνου αυξάνεται. Τα μεταβατικά στάδια περιλαμβάνουν συγκεκριμένες χρονικές περιόδους στην εξελικτική πορεία ενός ατόμου που χαρακτηρίζονται από σημαντικές αλλαγές. Επίσης, τραυματικά γεγονότα όπως χωρισμός, ο θάνατος, η ασθένεια, συνιστούν κρίσιμες φάσεις, καθώς γεννούν επώδυνα συναισθήματα (άγχος, θλίψη, αβεβαιότητα), προκαλούν σημαντικές αλλαγές και επιβάλουν αναπροσαρμογές. Τα προληπτικά προγράμματα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις ιδιαιτερότητες των μεταβατικών αυτών σταδίων και να στοχεύουν να ενδυναμώσουν τους προστατευτικούς παράγοντες σε βάρος των παραγόντων κινδύνου.

7. Η σύγχρονη πολιτική πρόληψης εφαρμόζεται μέσα από τη συνδυασμένη δράση σε πολλά επίπεδα (ατομικό, διαπροσωπικό, κοινωνικό) και την εμπλοκή όλο και περισσότερων ομάδων στο όραμα της πρόληψης (γονείς, εκπαιδευτικούς, επαγγελματίες υγείας, Μ.Μ.Ε.), δεδομένου ότι τέτοιου είδους προγράμματα είναι πιο αποτελεσματικά από τα μεμονωμένα.

8. Πιο αποτελεσματικά είναι τα προγράμματα πρόληψης που παρεμβαίνουν τόσο στο ατομικό επίπεδο (διαμόρφωση προσωπικών στάσεων και συμπεριφορών) όσο και στο κοινωνικό επίπεδο (διαμόρφωση κανόνων λειτουργίας και αξιών ενός συστήματος π.χ. σχολείο) (Pentz, 1996).

9. Tα μηνύματα της πρόληψης είναι αναγκαίο να είναι σαφή και σταθερά ως προς το περιεχόμενο και να διαχέονται σε όσο το δυνατόν περισσότερα επίπεδα και με διαφορετικούς τρόπους (π.χ. μέσω Μ.Μ.Ε., δημοσίων προσώπων) για να είναι πειστικά και αξιόπιστα και να εντυπωθούν στη συνείδηση των νέων.

10. Τα προληπτικά προγράμματα θα πρέπει να είναι μακροχρόνια και να υπάρχουν επαναληπτικές παρεμβάσεις ώστε τα θετικά αποτελέσματα να διαρκούν στο χρόνο.

11. Τέλος, τα προληπτικά προγράμματα είναι πιο αποτελεσματικά, όταν χρησιμοποιούν μεθόδους ενεργητικής μάθησης.

Συνοπτικά, η σύγχρονη πολιτική πρόληψης έχει ως στόχο να ενισχύσει τους προστατευτικούς παράγοντες και να περιορίσει/μειώσει την επίδραση των παραγόντων κινδύνου. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες κάθε ατόμου και κοινωνικής ομάδας οι σύγχρονες προληπτικές δράσεις στοχεύουν στο να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των ατόμων και ομάδων στον εαυτό τους, και ειδικά, στην ικανότητά τους να αναγνωρίζουν, αναλύουν και να διαχειρίζονται προβλήματα, να ζητούν και να παρέχουν στήριξη και να «ωριμάζουν» μέσα από μια ατέρμονη διαδικασία αναζήτησης, προσπάθειας, δοκιμής και μέσω της δικτύωσης και συμπληρωματικής δράσης τους.

GTranslate

Φυλλάδια Κέντρου